top of page
Αποσπάσματα απο το Βιβλίο της Πέπης Ρηγοπούλου

Ναρκισσος
στα ίχνη της εικόνας
και του μύθου

«Ένας ταξιδιώτης είναι ο Νάρκισσος, που περιπλανιέται μόνος στην φύση, μακριά από τις πόλεις των ανθρώπων, με μόνο φορτίο την σκιά του, το είδωλό του, την εικόνα του.  Ο Τειρεσίας ο τυφλός μάντης είχε προβλέψει για αυτόν μια πολύχρονη ζωή υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα γνωρίσει τον εαυτό του. Είναι η απάντηση που δίνει ο γέροντας στην Λειριόπη, την μητέρα του Νάρκισσου που υπήρχε θύμα βιασμού του Κηφισού, ποταμού και πατέρα του νέου.  Καρπός του Βιασμού αυτού, ο Νάρκισσος πορεύεται από το νερό που τον γέννησε με βία στην μυστική πηγή, την οποία όταν ανακαλύψει, θα γνωρίσει την σκιά του που πάντα κουβαλά.  Η γνώση αυτή θα οδηγήσει στην Μεταμόρφωση που ισοδυναμεί με θάνατο για αυτόν, θάνατο για την σκιά του και νέα ζωή για ένα λουλούδι……
Μια μέρα που κυνηγούσε στήνοντας παγίδες στα φοβισμένα ελάφια τον είδε η νύμφη Ηχώ, που δεν ξέρει ούτε να απαντά με την σιωπή της σε αυτό που της μιλά ούτε να παίρνει πρώτη εκείνη τον λόγο.  Η Ηχώ έχει τιμωρηθεί από την Ήρα για την φλυαρία της. Έτσι μπορεί μόνο να διπλασιάζει τους ήχους και να επαναλαμβάνει τα λόγια που έχουν ακουστεί γιατί με την φλυαρία της εμπόδιζε την Ήρα να συλλάβει επ αυτοφώρω τον Δία στον έρωτά του με τις νύμφες.  Η Ηχώ ερωτεύεται τον νάρκισσο και τον ακολουθεί κρυφά.  Θέλει να τον πλησιάσει αλλά δεν τολμά. Κάποια στιγμή ο Νάρκισσος μένει μόνος του χωρίς τους συντρόφους του.  Αρχίζει τότε να του φωνάζει, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε η Ηχώ για να μπορέσει επιτέλους να μιλήσει, επαναλαμβάνοντας τα τελευταία του κάθε φορά λόγια.  Ο νέος νιώθει μια παρουσία να τον καταδιώκει και στον αποσπασματικό διάλογό τους της ζητεί να φανερωθεί για να ενωθεί μαζί του. Μόλις όμως την αντικρίζει , με φρίκη απομακρύνεται για να μην τον αγγίξει.  Τα λόγια που ξεστομίζει πληγώνουν βαθιά την Ηχώ, η οποία σκεπάζοντας με φυλλωσιές το πρόσωπό της , τρέχει να χωθεί στα σπήλαια που θα ζήσει εδώ και στο εξής.  Ο έρωτας της μεγαλώνει με την άρνηση, έτσι λιώνει σιγά σιγά και δεν της απομένει παρά μόνο η φωνή.  Γιατί ως και τα κόκκαλά της παίρνουν την μορφή της πέτρας.  Κανείς δεν θα την ξαναδεί ποτέ, όμως όλοι την ακούν γιατί ο ήχος είναι ακόμη ζωντανός μέσα της.
 
Ο Νάρκισσος αδιάφορος για την επιθυμία των άλλων, προκαλεί κάποτε την μήνιν της θεάς του Ραμνούντος, της Νέμεσης, που τον καταριέται, θύμα του κι αυτή, να ερωτευτεί και να μην μπορεί να «συλλάβει» το αντικείμενο του έρωτά του.
Μια μέρα ο Νάρκισσος, διψασμένος και κουρασμένος φτάνει σε μια πηγή που ποτέ κανείς, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, άγριο ή ήμερο, ούτε πουλί πεταμένο, ούτε κλαδί δέντρου δεν είχε πλησιάσει και ταράξει την καθαρότητα και την διαύγειά της. Ούτε οι ακτίνες του ήλιου μπορούσαν καλά καλά να αγγίξουν την επιφάνεια της, τόσο καλά κρυμμένη ήταν ανάμεσα στα δέντρα του δάσους.  Σ’ αυτά τα ανέγγιχτα νερά σκύβει να πιεί νερό ο ανέγγιχτος έφηβος, Όμως «καθώς πίνει, γητευμένος από την εικόνα της ομορφιάς του που αντιλαμβάνεται, πιάνεται στα δίχτυα μιας ανυπόστατης αντανάκλασης, νομίζει για σώμα κάτι που είναι μόνο σκιά». Μένει ακίνητος και εκστατικός μπροστά σε αυτό το «θέαμα», «μοιάζει σαν άγαλμα φτιαγμένο από τα μάρμαρα της Πάρου».  Σκυμμένος στο έδαφος παρατηρεί τα μάτια του, τα μαλλιά του «ολόιδια με αυτά του Διονύσου και του Απόλλωνα». «Χωρίς να το γνωρίζει επιθυμεί τον εαυτό του». Μπροστά στο είδωλό του φλέγεται. Προσπαθεί να το φιλήσει, να το αγγίξει με τα χέρια του.  Δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που κοιτά…..
Ωστόσο ο Νάρκισσος δεν νοιάζεται για τίποτα άλλο από την «ψευδολόγα εικόνα» και μπροστά της αρχίζει να μιλά…..
Έτσι αυτός ο κυνηγός που ήξερε επιδέξιά να στήνει παγίδες, δεν μπορεί να πιάσει για να ενωθεί μαζί του αυτό από το οποίο δεν τον χωρίζουν ούτε θάλασσες, ούτε δρόμοι… παρά ένα «λεπτό στρώμα νερού».  Αυτό το λίγο νερό εμποδίζει το φιλί ανάμεσα στα χείλη του και το «ανεστραμμένο στόμα» εκείνου που δεν μπορεί να αγγίξει και για αυτό απελπισμένα τον καλεί να βγει, να φανερωθεί, να πάψει επιτέλους να τον περιπαίζει.  Αυτόν που δεν του αξίζει τόση καταφρόνια, αφού τόσες νύμφες τον έχουν ερωτευτεί.  ….όπως στον βουβό κινηματογράφο, η ομιλούσα εικόνα παραμένει άηχη, ως μια άλλη εκδοχή της προηγούμενης «συνομιλίας» του με την αόρατη Ηχώ, της οποίας ο ήχος αντικαθιστούσε την εικόνα, ή μάλλον γινόταν εικόνα, μια «εικόνα ηχητική» την οποία αποκαλύπτει και ονομάζει η ψυχανάλυση…… οι ‘Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά τον κόσμο του ασυνειδήτου, αυτή είναι η πρώτη εικόνα στην ζωή του ανθρώπου…… Ω αν μπορούσα να αποσυνδεθώ από το ίδιο μου το σώμα! Παράδοξη ευχή για έναν εραστή, να θέλω να αποχωριστώ αυτόν που αγαπώ.  Μα να που ο πόνος κλέβει τις δυνάμεις μου, δεν μου μένει πια χρόνος για να ζήσω και σβήνω στο άνθος της ηλικίας μου…. «τώρα, εμείς οι δύο ενωμένοι θα αφήσουμε την τελευταία κοινή μας πνοή.
Όμως τα δάκρυα που χύνει καθώς μιλά ταράζουνε το νερό και η εικόνα «γίνεται δυσδιάκριτη».  Τότε ο Νάρκισσος αγριεύει μπροστά στην δική της αγριότητα να τον εγκαταλείψει. … Και τότε αρχίζει τον μεγάλο θρήνο, η=ξεσκίζει τα ρούχα του και χτυπάει το στήθος του μέχρι που ματώνει…. «Τίποτα δεν απομένει από αυτό το σώμα που κάποτε είχε επιθυμήσει η Ηχώ» και που τώρα της προξενεί πόνο να το βλέπει…. «Δυστυχία, αγαπημένο παιδί, μάταιε έρωτά μου», «αντίο»/  Μ αυτά τα λόγια έγειρε ο Νάρκισσος πάνω στο χορτάρι και η «νύχτα έκλεισε τα μάτια του που ήταν θαμπωμένα από την ομορφιά του…οι αδερφές του οι Νεράιδες μαζί με τις Δρυάδες τον θρηνούν ετοιμάζοντας την πυρά και το φέρετρο για την ταφή. ¨όμως το σώμα του Νάρκισσου έχει χαθεί.  Στην θέση του φυτρώνει ένα κίτρινο στο χρώμα του κρόκου λουλούδι με λευκά πέταλα.  Ο Νάρκισσος πεθαίνει όταν αρχίζει να υπάρχει.  Προηγουμένως δεν υπήρχε, για αυτό δεν υπήρχαν και οι άλλοι για αυτόν
«Στους μύθους της Γοργόνας, της Βαυβούς και του Ναρκίσσου, παίζονται τα όρια της εικόνας.  Μιας εικόνας που η θέαση της ισοδυναμεί με θάνατο ή ζωή. Η  τραγική αναζήτηση της φόρμας, γενεσιουργό στοιχείο στην απόληξη της περιπλάνησης, οδηγεί τον Νάρκισσο στην επιφάνεια της λίμνης, τον Περσέα στο χάλκινο κάτοπτρο, την Δήμητρα μπροστά από την Βαυβώ. Η σκηνή του μύθου ανοίγει την αυλαία της σε μια σειρά από πρόσωπα, είδωλα, σκιές και προσωπεία που η παρουσία τους οδηγεί στο τέλος μια πράξης που έχει μέγεθος, το μέγεθος αυτό δεν μετριέται μόνο εντός των ορίων της σκηνής: είναι ο τραγικός πυρήνας που χωρίς αυτόν η σκηνή δεν υπάρχει. Είναι ακόμα το «λάθος» που ακολουθεί κάθε εικόνα, η αντίστροφή προς τον θεατή της που ακόμη όταν ταυτίζεται με το είδωλό του, δεν μπορεί να γίνει το είδωλο αυτό, γιατί το βλέπει από την δική του θέση.»

Στην εικόνα, ο Νάρκισσος του Caravaggio..
363296578_10160773636226530_7595795216535125674_n.jpg
366682342_10160814424621530_1283844324602159514_n.jpg
"Αν όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, τότε όλες οι σημασίες μπορούν να παίξουν σ' αυτήν τον ρόλο τους, να μας διαφωτίσουν παγιδέυοντάς μας, καθώς πάμε να ακουμπήσουμε, να ξεκουραστούμε σε αυτές, όπως κάναν οι πολεμιστές στον ομηρικό πρόδρομο της σκηνής, τον "τόπο δηλαδή που κανείς δεν ακουμπά" αλλά όπου μπορούν να γλυστρήσουν τα απατεηλά όνειρα του Διός ή και ο ίδιος ο θάνατος.
Καμιά σκηνή ωστόσο δεν είναι άπειρος χώρος, ούτε καν αυτή που διαλέγεται με το άπειρο, ούτε καν η σκηνή ολόκληρου του κόσμου. Υπάρχουν πάντα τα όρια μέσα στα οποία κινούνται οι απο σκηνής, όπως υπάρχουν και τα όρια του ματιού και του πίνακα που χαρίζουν σε ότι επιλέγουν στην ζωή, αφού το σώζουν, πρόσκαιρα έστω, απο τον Άι-δη, τον θάνατο της αφάνειας"
Πέπη Ρηγοπούλου "Νάρκισσος, στα όρια της εικόνας και του μύθου"

Εικόνα: Balthus
R.jpg
"Ο αναγεννησιακός καθρέφτης όμως δεν αποτελεί ένα απλώς ένα ισοδύναμο της ζωγραφικής εικόνας ή ένα εργαλείο διορθωσης των πραγμάτων ή ακόμη ένα απο τα αντικέιμενα που αναπαρηστά η εικόνα, αλλά θέτει επίσης μια σειρά απο ζητήματα που αγγίζουν τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς της εποχής, τη σχέση δημιουργίας και φαινομενικής πραγματικότητας κατ' αρχήν, αφου δια του εγκωμίου του εγκωμιάζεται ένας κόσμος που αναδύεται απ' αυτόν πιο φανερός απ το φανερό. 'Επειτα το θέμα τάξης των μορφών. Ο καθρέφτης συλλαμβάνει στην ελάχιστη συχνά επιφάνεια του τις σχέσεις των πραγμάτων, τα εικονίζει απάνω της αλλάζοντάς τους κλίμακα, παγιδευοντάς τα στον χώρο του. Έτσι διευκολύνεται μια μετάβαση απο την φυσική προοπτική στην τεχνιτή, ένας άλλος κόσμος γεννιέται βασισμένος σε μια πραγματική ψευδαίσθηση. Αυτή ωστόσο η λειτουργία του καθιστά τον καθρέφτη τραγικό, με την έννοια οτι δια της σύλληψης των πραγμάτων στην επιφάνεια και δια της τεχνιτής προοπτικής, οδηγεί το μάτι στην αποκάλυψη μιας σκηνής, όπου τα πρόσωπα και τα πράγματα διευθετούνται εν ονόματι και μέσω μιας δράσης και ενός δράματος, δεν προκειται δηλαδή για την περιγραφή μιας πλοκής, αλλά για την εξεικόνιση ένος δραματικού γίγνεσθαι."

Στην εικόνα, Caravaggio, “Boy Bitten by a Lizard,” 1593-94
  • Facebook
  • Instagram

Translated from the book by Pepi Rigopoulou 'Narcissus in the trace of the image and the myth'

"A traveler is Narcissus, who wanders alone in nature, far from the cities of men, with only his shadow, his idol, his image as a burden. Tiresias the blind prophet had predicted for him a long life on condition that he would not know himself. It is the answer given by the old man to Leiriopi, the mother of Narcissus who was a rape victim of Kifisos, river and father of the young man. As a result of this Rape, Narcissus walks from the water that gave birth to him by force to the secret source, which when he discovers, he will know his shadow that he always carries. This knowledge will lead to the Transfiguration which is equivalent to death for him, death for his shadow and new life for a flower…… One day when he was hunting by setting traps for the frightened deer, he was seen by the nymph Echo, who does not know how to respond with her silence to what is spoken to her, nor to be the first to speak. Echo has been punished by Hera for her chatter. Thus she can only double the sounds and repeat the words that have been heard because with her chatter she prevented Hera from arresting Zeus on his love with the nymphs. Echo falls in love with Narcissus and secretly follows him. She wants to approach him but she doesn't dare. At some point Narcissus is left alone without his companions. He then starts yelling at them, which Echo took advantage of to finally be able to speak, repeating his last words each time. The young man feels a presence stalking him and in their fragmentary dialogue he asks her to manifest herself to join him. But as soon as he faces her, he moves away in horror so as not to touch him. The words he utters deeply hurt Echo, who, covering her face with leaves, runs to hide in the caves where she will live from now on. Her love grows with denial, so she slowly melts away and all that remains is her voice. No one will ever see her again, but everyone hears her because the sound is still alive in her. Narcissus, indifferent to the desire of others, once provokes the curse of Ramnudos' goddess, Nemesis, his victim too, who curses him, to fall in love and not be able to "conceive" the object of his desire. One day, Narcissus, thirsty and tired, arrives at a spring that no one, no man, no animal, wild or tame, no flying bird, no tree branch had ever approached and disturbed its purity and clarity. Not even the sun's rays could touch its surface. In these untouched waters the untouched teenager bends down to drink water, But "as he drinks, he is captivated by the image of his beauty, he is caught in the nets of a non-existent reflection, he thinks for a body something that is only a shadow". He remains motionless and ecstatic in front of this "sight", "it looks like a statue made of the marbles of Paros". Crouching on the ground, he notices his eyes, his hair "like that of Dionysus and Apollo". "Without knowing it he desires himself." In front of his idol he is on fire. He tries to kiss it, to touch it with his hands. He doesn't know what he's looking at... However, Narcissus does not care about anything else than the "false image" and in front of it he begins to speak... Thus this hunter who knew skillfully how to set traps, he cannot unite with what is separated from him ...it is but a "thin layer of water". This little water prevents the kiss between his lips and the "inverted mouth" of the one he cannot touch, and for this he desperately calls him to come out, to reveal himself, to finally stop playing with him. So many nymphs have fallen in love with him. ....as in the silent cinema, the speaking image remains silent, as another version of his previous "conversation" with the invisible Echo, whose sound replaced the image, or rather became an image, a "sonic image" which he reveals and it is called psychoanalysis…… the Greeks knew very well the world of the unconscious, this is the first image in the life of man…… Oh if I could detach myself from my own body! Paradoxical wish for a lover, to want to part with the one I love. But here the pain steals my strength, I have no more time left to live and I die in the prime of my age.... “now, we two united will breathe our last common breath. But the tears she sheds as she speaks disturb the water and the image "becomes indiscernible". Then Narcissus goes wild in front of his own wildness . … And then he begins the great lamentation, he tears his clothes and beats his chest until it bleeds…. “Nothing remains of this body that  Echo had once desired" and which now causes her pain to see it…. "Misfortune, dear child, vain my love," "farewell"/ With these words Narcissus leaned on the grass and "closed his eyes which were dazzled by his beauty...his sisters the Fairies together with the Dryads they mourn him by preparing the pyre and coffin for burial. But the body of Narcissus is lost. In its place grows a yellow saffron flower with white petals. Narcissus dies when he begins to exist. Previously he did not exist, therefore the others did not exist for him

"If all the world is a stage, then all meanings can play their part in it, enlighten us by ensnaring us as we go to lay on them, to rest in them, as the warriors did in the Homeric forerunner of the stage, "that is, a place which no one touches" but it is where the deceptive dreams of Zeus rest or even death itself can slip. No scene, however, is infinite space, not even that which is associated with infinity, not even the scene of the whole world. There are always the limits within which the actors move, just as there are the limits of the eye and the painting that they give to what they choose in life, since they save it, even temporarily, from Hades, the death of obscurity" Pepi Rigopoulou "Narcissus, on the border of image and myth"
"In the myths of the Mermaid, Vavus and Narcissus, the limits of the image are played. An image whose sight is equivalent to death or life. The tragic search of form, a generative element at the end of the wandering, leads Narcissus to the surface of the lake, Perseus to the bronze mirror, Demeter in front of Vauvo. The stage of the myth opens its curtain to a series of faces, idols, shadows and masks whose presence leads to the end of an act that has a magnitude, this magnitude is not measured only within the boundaries of the scene: it is the tragic core that without it, the scene does not exist. It is still the "mistake" that follows every image, the inversion towards its viewer who, even when he identifies with his idol, cannot become that idol, because he sees it from his own perspective."
"The Renaissance mirror, however, is not just an equivalent of the painted image or a tool for correcting things or even one of the objects represented by the image, but also poses a series of questions that touch on the philosophical concerns of the time, the relationship between creation and of the apparent reality in principle, since through its praise a world is praised that emerges from it more apparent than the apparent. Then there is the matter of the order of forms. The mirror often captures on its minimal surface the relations of things, reflects them by rescaling them, trapping them in its space. Thus facilitating a transition from natural perspective to artifice, another world is born based on a real illusion. This function, however, makes the mirror tragic, in the sense that by apprehending things on the surface and through the artificial perspective, it leads the eye to the revelation of a scene, where persons and things are arranged in name and through an action and a drama, i.e. it is not about describing a plot, but about illustrating a dramatic happening. "
bottom of page